Βιβλία

Δημήτρης Ψαθόπουλος – «Θα με ενδιέφερε κυρίως να αναδειχθεί η πολυπλοκότητα της Ιστορίας και, κατ’ επέκταση, η πολυπλοκότητα του ανθρώπου»

Loading

Ο συγγραφέας Δημήτρης Ψαθόπουλος μάς μεταφέρει στη Θεσσαλονίκη του 1948, μέσα από μια ιστορία όπου η αλήθεια δοκιμάζεται. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, συνομιλούμε μαζί του για το τελευταίο του βιβλίο και τη συγγραφική του διαδρομή.

Συγγραφέας: Δημήτρης Ψαθόπουλος

Εκδοτικός: Κέδρος

Σας καλωσορίζω στο eleannasdiary. Πείτε μας μερικά πράγματα για εσάς, για να σας γνωρίσουμε καλύτερα.

Είμαι φαρμακοποιός, κάτι που σημαίνει ότι περνάω τη μέρα μου ανάμεσα σε συνταγές, ιστορίες ανθρώπων και μικρές καθημερινές δραματουργίες στον πάγκο. Όταν κλείνω τα ρολά, αλλάζω ρόλο: παίζω bridge, όπου η μπλόφα είναι πιο κομψή και οι σιωπές πιο εύγλωττες. Έχω έναν γιο 21 χρονών που μου θυμίζει συνεχώς πόσο γρήγορα περνά ο χρόνος και μια γάτα που μου θυμίζει πόσο μικρή σημασία έχει αυτό. Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, γράφω. Ίσως γιατί το φαρμακείο είναι γεμάτο ιστορίες, το bridge γεμάτο στρατηγική και η ζωή γενικά γεμάτη υλικό που δεν γίνεται να το αφήσεις ανεκμετάλλευτο.

Πείτε μας και λίγα λόγια για το βιβλίο σας Άγνωστες λέξεις.  Τι σας ώθησε να γράψετε για τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο (Μάιος 1948) και να επιλέξετε τον Αμερικανό ρεπόρτερ ως πρωταγωνιστή του βιβλίου σας;

Η δολοφονία του Πολκ τον Μάιο του 1948 λειτουργεί σαν μικρογραφία της χώρας εκείνης της εποχής. Μέσα σε λίγες μέρες συμπυκνώνονται, καχυποψία, πολιτικά πάθη, ανήθικες συμμαχίες και μια γενικευμένη αίσθηση φόβου. Είναι πολύ ενδεικτικό για την κουλτούρα και τον χαρακτήρα της Ελλάδας αμέσως μετά τον πόλεμο, μια κοινωνία κουρασμένη, νευρική και έτοιμη να εκραγεί. Το ίδιο το γεγονός μοιάζει με πρόβα τζενεράλε του ψυχρού πολέμου που θα ακολουθούσε. Οι ρόλοι δεν έχουν ακόμη παγιωθεί, αλλά οι διαθέσεις υπάρχουν ήδη: στρατόπεδα, υποψίες, βεβαιότητες χωρίς αποδείξεις. Ο Αμερικανός ρεπόρτερ ως πρωταγωνιστής μού έδωσε την απόσταση που χρειαζόμουν. Είναι ένας ξένος που προσπαθεί να καταλάβει μια χώρα η οποία ούτε οι ίδιοι οι κάτοικοί της δεν φαίνεται να καταλαβαίνουν πλήρως. Κοιτάζει τα πράγματα με απορία, αλλά μπλέκεται μέσα τους και αυτό αποβαίνει μοιραίο.

Πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι για εσάς να γράφετε ένα ιστορικό μυθιστόρημα; Πώς διαχειρίζεστε την έρευνα για την εποχή και τα γεγονότα που παρουσιάζετε;

Η έρευνα που προηγήθηκε της συγγραφής ήταν εκτεταμένη. Μελέτησα μαρτυρίες, δημοσιεύματα και αρχειακό υλικό της εποχής. Το υλικό ήταν πλούσιο – ίσως και υπερβολικά πλούσιο. Εκεί βρισκόταν και η δυσκολία: δεν ήταν να βρω πληροφορίες, αλλά να αποφασίσω ποιες θα πετάξω. Γιατί ο στόχος δεν ήταν να γράψω μια ιστορική μελέτη, αλλά ένα μυθιστόρημα. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να κάνω ένα γενναίο ξεσκαρτάρισμα. Να κρατήσω τα στοιχεία που έχουν μυθιστορηματικό ενδιαφέρον, που υπηρετούν την αφήγηση και τους χαρακτήρες, χωρίς όμως να παραποιήσω το ιστορικό ντοκουμέντο. Ήταν μια ισορροπία κάπως άβολη: από τη μια η ευθύνη απέναντι στην πραγματικότητα και από την άλλη η ανάγκη της αφήγησης να αναπνεύσει. Κρατώντας τα πάντα, θα έπνιγα την ιστορία. Κόβοντας αλόγιστα, θα πρόδιδα την εποχή. Το παιχνίδι παίχτηκε ακριβώς πάνω σε αυτή τη λεπτή γραμμή.

Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις κατά την συγγραφή του;

Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν μάλλον αποτέλεσμα καθαρής ιδιοτροπίας. Επέλεξα να δώσω κεντρικό ρόλο στον πιο μελανό χαρακτήρα της ιστορίας, τον διοικητή της Ασφάλειας Νίκο Μουσχουντή, ένα βαθιά αμφιλεγόμενο πρόσωπο, τον άνθρωπο που συνειδητά φόρτωσε το έγκλημα σε έναν, εν γνώσει του, αθώο, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις πολιτικές σκοπιμότητες της εποχής. Η φιλοδοξία μου ήταν να παρουσιάσω έναν τέτοιο χαρακτήρα χωρίς να προκαλέσει απλώς αποτροπιασμό στον αναγνώστη. Ήθελα, αν όχι συμπάθεια, τουλάχιστον μια στιγμή συγκατάβασης. Μέσα από αυτό το εγχείρημα προσπάθησα να υπηρετήσω ένα από τα βασικά πιστεύω μου: ότι ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ μόνο ένα πράγμα. Μπορεί να είναι ταυτόχρονα σκληρός και ευάλωτος, κυνικός και φοβισμένος, θύτης και, με έναν παράδοξο τρόπο, παγιδευμένος στις ίδιες του τις επιλογές. Αυτή η ισορροπία ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι της γραφής.

Υπάρχει κάποιος χαρακτήρας από το βιβλίο που αγαπάτε ιδιαίτερα;

Πολλοί συγγραφείς έχουν πει ότι ο δημιουργός βρίσκεται μέσα σε κάθε χαρακτήρα του έργου του. Νομίζω πως αυτό ισχύει. Για να αποτυπωθεί σωστά ένας ήρωας, πρέπει, έστω για λίγο, να τον καταλάβεις εκ των έσω, να δεις τον εαυτό σου μέσα του, ακόμα κι αν διαφωνείς μαζί του ή σε ενοχλεί. Με αυτή την έννοια, όλοι οι ήρωες είναι κάπως παιδιά του συγγραφέα. Δεν μπορώ να πω ότι αγαπώ έναν περισσότερο από τους άλλους. Άλλους τους πλησιάζεις με συμπάθεια, άλλους με δυσφορία, αλλά όλους τους κουβαλάς. Και καμιά φορά, προς έκπληξή σου, ανακαλύπτεις ότι έχεις περισσότερα κοινά μαζί τους απ’ ό,τι θα ήθελες να παραδεχτείς.

Θα σας ενδιέφερε να μεταφερθεί στο θέατρο ή τον κινηματογράφο;

Οι «Άγνωστες λέξεις» ξεκίνησαν αρχικά ως θεατρικό κείμενο, στο πλαίσιο διαγωνισμού θεατρικής γραφής του ΚΘΒΕ, όπου μάλιστα βραβεύτηκαν. Άρα, η σχέση τους με τη σκηνή είναι σχεδόν οργανική από την αρχή. Βεβαίως θα με ενδιέφερε να δω το έργο μου είτε στο σανίδι είτε στη μεγάλη οθόνη. Ωστόσο, είναι και μια παγίδα για έναν συγγραφέα να γράφει έχοντας αυτό στο πίσω μέρος του μυαλού του. Άλλοι είναι οι κανόνες του μυθιστορήματος και άλλοι του θεάτρου ή του κινηματογράφου. Μια ταινία, για παράδειγμα, ευνοεί τη δράση και την εξωτερική κίνηση. Οι στιγμές ενδοσκόπησης ενός ήρωα, που στο μυθιστόρημα μπορούν να είναι η καρδιά της αφήγησης, συχνά δυσκολεύουν στην κινηματογράφηση. Αν αρχίσεις να προσαρμόζεις τη γραφή σου, αυτό αποβαίνει σε βάρος του κειμένου. Το μυθιστόρημα οφείλει να στέκεται αυτόνομο, χωρίς τέτοιου είδους συμβιβασμούς. Αν μετά βρεθεί ο δρόμος προς το θέατρο ή τον κινηματογράφο, τόσο το καλύτερο. Αλλά αυτό πρέπει να είναι το επόμενο βήμα, όχι ο οδηγός της γραφής.

Υπάρχουν ερωτήματα ή θέματα που ελπίζετε να θέσετε στους αναγνώστες μέσω του έργου σας;

Θα με ενδιέφερε κυρίως να αναδειχθεί η πολυπλοκότητα της Ιστορίας και, κατ’ επέκταση, η πολυπλοκότητα του ανθρώπου. Τα γεγονότα σπάνια είναι όπως φαίνονται εκ πρώτης όψεως· πίσω από κάθε αφήγηση υπάρχουν αντιφάσεις, αποσιωπήσεις, προσωπικές σκοπιμότητες, τυχαίες συγκυρίες. Συχνά αναζητούμε καθαρές γραμμές ανάμεσα σε θύτες και θύματα, σε καλούς και κακούς, όμως η πραγματικότητα αντιστέκεται πεισματικά σε τέτοιες απλουστεύσεις. Με ενδιαφέρει να θέσω το ερώτημα κατά πόσο μπορούμε πραγματικά να κατανοήσουμε το παρελθόν, και τους ανθρώπους που το έζησαν, χωρίς να τους εγκλωβίζουμε σε εύκολες ετικέτες. Ο άνθρωπος είναι μια πολυδιάστατη συνθήκη: μπορεί την ίδια στιγμή να είναι γενναίος και φοβισμένος, ιδιοτελής και αλτρουιστής, συμμέτοχος και παρατηρητής. Αυτή η εσωτερική αντίφαση δεν είναι εξαίρεση, αλλά ο κανόνας. Αν το βιβλίο αφήσει κάτι, θα ήθελα να είναι μια μικρή δυσπιστία απέναντι στις βεβαιότητες. Να κάνει τον αναγνώστη να αναρωτηθεί πόσο ασφαλής είναι κάθε «επίσημη» εκδοχή, πόσο εύκολα κατασκευάζονται οι μύθοι και πόσο συχνά η αλήθεια βρίσκεται σε μια γκρίζα περιοχή, άβολη και αμφίσημη. Εκεί, νομίζω, βρίσκεται και το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της λογοτεχνίας: όχι να δίνει απαντήσεις, αλλά να ανοίγει ρωγμές μέσα στις έτοιμες αφηγήσεις και να μας αναγκάζει να δούμε τα πράγματα από πολλές, ακόμη και αντιφατικές, πλευρές.

Ποια είναι η σχέση σας με τη λογοτεχνία ως αναγνώστης; Ποιοι συγγραφείς/βιβλία σας επηρέασαν περισσότερο στη ζωή σας;

Η σχέση μου με τη λογοτεχνία ως αναγνώστη είναι διαρκώς μεταβαλλόμενη· αλλάζει όσο αλλάζω κι εγώ. Θυμάμαι ως φοιτητής να ενθουσιάζομαι με τον Καζαντζάκη και τον Σαρτρ, με την ένταση των ιδεών τους και τη φιλοσοφική αγωνία που διαπερνά τα έργα τους. Αργότερα με κέρδισαν ο Μάρκες και ο Χέμινγουεϊ, δύο πολύ διαφορετικοί κόσμοι, αλλά εξίσου καθοριστικοί: ο ένας με τη μαγική, πληθωρική του αφήγηση, ο άλλος με τη λιτότητα και την υπόγεια δύναμη της γραφής του. Στην ίδια περίοδο με σημάδεψε και ο Αντώνης Σουρούνης, κυρίως για την αμεσότητα και την ζεστασιά των ιστοριών του. Πολύ αργότερα ήρθε ο Σαραμάγκου, του οποίου τα έργα εξακολουθούν να μου φαίνονται απίστευτα τόσο στη σύλληψη όσο και στον τρόπο αφήγησης. Υπάρχει κάτι βαθιά ανατρεπτικό αλλά και απολύτως φυσικό στον τρόπο που χτίζει τους κόσμους του. Τον τελευταίο καιρό έχω μια σχεδόν εμμονή με τον Ρεβέρτε· με εντυπωσιάζει η αφηγηματική του ακρίβεια και η αίσθηση ιστορικού βάθους που φέρνει ακόμη και στις πιο προσωπικές ιστορίες. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι να παρατηρώ πώς εξελίσσεται το προσωπικό μου «αισθητήριο» όσο εξελίσσομαι ως άνθρωπος. Οι συγγραφείς που με συγκινούν σε κάθε φάση λειτουργούν σχεδόν σαν καθρέφτης. Μέσα από αυτή την αλληλουχία αναγνωσμάτων, βλέπω τις μετατοπίσεις των ενδιαφερόντων μου, των αγωνιών μου, ακόμη και του τρόπου που αντιλαμβάνομαι τον κόσμο. Με έναν τρόπο, η αναγνωστική μου πορεία είναι και μια μορφή αυτοπαρατήρησης.

Έχετε κάποια καθημερινή ρουτίνα γραφής;

Δεν θα έλεγα ότι έχω μια αυστηρή ρουτίνα γραφής, αλλά υπάρχει μια καθημερινή διαδικασία που επαναλαμβάνεται σχεδόν ασυναίσθητα. Κατά τη διάρκεια της ημέρας σκέφτομαι, ζυγίζω φράσεις, δοκιμάζω διαλόγους, υπολογίζω ρυθμούς. Περνώ αρκετές ώρες μόνος μου, άλλωστε έχω πολλές μοναχικές ασχολίες, και αυτή η συνθήκη λειτουργεί ευνοϊκά, γιατί αφήνει χώρο στις σκέψεις να ωριμάσουν χωρίς πίεση. Το βράδυ συνήθως περνώ αυτές τις ιδέες στο χαρτί. Εκεί αρχίζει το δύσκολο κομμάτι. Συχνά ό,τι είχα στο μυαλό μου δεν με ικανοποιεί όταν γραφτεί: άλλοτε βγαίνει βαρύγδουπο, άλλοτε άτονο, σαν να έχει χαθεί η εσωτερική του ένταση. Άλλες φορές, όμως, οι φράσεις «κουμπώνουν», βρίσκουν τον ρυθμό τους και νιώθω ότι αποδίδουν αυτό που είχα φανταστεί. Είναι ένα διαρκές παιχνίδι με τον εαυτό μου, μια διαδικασία δοκιμής και απόρριψης, αμφιβολίας και μικρών επιβεβαιώσεων. Νομίζω πως εκεί βρίσκεται και η ουσία της γραφής: στην πάλη ανάμεσα σε αυτό που θέλεις να πεις και σε αυτό που τελικά καταφέρνει να σταθεί στη σελίδα.

Τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν νέο συγγραφέα που ξεκινάει τώρα;

Να συνεχίσει, ακόμη κι αν κανείς δεν τον πιστεύει. Και να συνεχίσει χωρίς το άγχος της δικαίωσης. Η γραφή δεν είναι τρόπος για να γίνεις πλούσιος, διάσημος ή πιο ελκυστικός. Δεν είναι μέσο. Είναι αυτοσκοπός.  Γράφουμε κυρίως για να μιλήσουμε με τον εαυτό μας. Είναι μια μορφή επικοινωνίας που δεν υποκαθίσταται εύκολα από κάτι άλλο.
Τελικά όλο το νόημα είναι αυτό: να γράφεις. Χωρίς πολλές εξηγήσεις. Αρκεί.

Αν έπρεπε να συνοψίσετε το βιβλίο σας σε μια φράση, ποια θα ήταν αυτή;

«Είναι ένα βιβλίο για ανθρώπους που βρίσκονται μπροστά σε συνθήκες που τους ξεπερνούν και αναγκάζονται να αναμετρηθούν με τον ίδιο τους τον εαυτό».

Κλείνοντας, να σας ρωτήσω αν ετοιμάζετε κάποιο επόμενο συγγραφικό βήμα.

Γράφω διηγήματα για ένα συλλογικό έργο και παράλληλα δουλεύω μια ιδέα, δοκιμάζοντας ένα διαφορετικό ύφος. Είναι ακόμη νωρίς.

Να σας ευχαριστήσω θερμά για την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη και εύχομαι να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο σας.

Οπισθόφυλλο
Μάιος 1948. Το αεροπλάνο προσγειώνεται στον αεροδιάδρομο, που λαμποκοπάει από τη βροχή. Ο Αμερικανός ρεπόρτερ πατάει το πόδι του στη Θεσσαλονίκη με δύο φωτογραφικές μηχανές στη βαλίτσα του, με διάσπαρτα στο κορμί του τα σημάδια από τον πόλεμο και μια τρελή φιλοδοξία στην καρδιά. Η συνέντευξη με τον αρχηγό των ανταρτών, Μάρκο Βαφειάδη, στο αρχηγείο του στο βουνό θα απογειώσει τη δημοσιογραφική του καριέρα. Αρκεί να βρει κάποιον να τον οδηγήσει εκεί.
Δέκα μέρες αργότερα το πτώμα του θα ανασυρθεί από τα νερά του Θερμαϊκού με μια σφαίρα στο κεφάλι.
Σε μια πόλη όπου διπλωμάτες, στρατιωτικοί, κατάσκοποι και λαθρέμποροι βυσσοδομούν και ανταγωνίζονται για προνόμια και εξουσία, ο διοικητής της Γενικής Ασφάλειας, Νίκος Μουσχουντής, έχει λάβει σαφείς εντολές από την ανώτατη διοίκηση: Οι ένοχοι – κομμουνιστές ασφαλώς – είναι απαραίτητο να συλληφθούν το ταχύτερο και να καταδικαστούν. Οι σύμμαχοι Αμερικανοί δεν θα επιτρέψουν προχειρότητες και καθυστερήσεις.
Ύστερα από τρεις μήνες άκαρπων ερευνών, και ενώ οι πιέσεις είναι πλέον ασφυκτικές, ένας αριστερός δημοσιογράφος, ο Γρηγόρης Στακτόπουλος, συλλαμβάνεται. Είναι ο ιδανικός ύποπτος προκειμένου να κλείσει η υπόθεση με τρόπο αποδεκτό. Η ομολογία του είναι ζήτημα χρόνου, κανείς δεν αντέχει για πολύ την ανάκριση στα μπουντρούμια της Ασφάλειας. Ο Μουσχουντής όμως δεν θα ησυχάσει αν δεν ανακαλύψει τον πραγματικό δολοφόνο.
Βασισμένο στην υπόθεση Πολκ, το μυθιστόρημα Άγνωστες λέξεις δεν έχει την πρόθεση να θέσει ξανά τα ίδια ερωτήματα και – πολύ περισσότερο – να βρει τις απαντήσεις που κανείς μέχρι σήμερα δεν αποτόλμησε να δώσει. Εξετάζει ένα ενδεχόμενο∙ μια σταγόνα στον ωκεανό των πιθανοτήτων.

Βιογραφικό
Ο Δημήτρης Ψαθόπουλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Φαρμακευτική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και Δημιουργική Γραφή στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Έχει γράψει διηγήματα και θεατρικά. Οι Άγνωστες λέξεις είναι το δεύτερο μυθιστόρημά του που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *